Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπήχτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αργκόαυτός που ανενδοίαστα ή πιεστικά προσπαθεί να συνάψει ερωτικές σχέσεις με γυναίκες Βικιλεξικό
    • Καλή φωνή, ωραίο παιδί και μέγας μπήχτης και σεξουλιάρης.
    • Πρώτο θέμα συζήτησης ο παλιόγερος στα καφενεία, μέγας μπήχτης, ένα σωρό παράδες ξοδεύει στις πουτάνες που του στέλνουν σπίτι του οι τσατσάδες για να τον ευχαριστήσουν. Αυτές θα του τα φάνε, άκληρος είναι, ούτε παιδιά έχει ούτε σκυλιά, κανέναν δεν έχει.

Ετυμολογία

μπήχτης < μπηχ- (< μπήγω) + -της

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπήχτηςμπήχτες
Γενικήμπήχτημπηχτών
Αιτιατικήμπήχτημπήχτες
Κλητικήμπήχτημπήχτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →