Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπίζνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικείοδουλειά, εργασία Βικιλεξικό
    • Eκανε μπίζνα την... αμαρτία (εΕφημερίδα Το Έθνος, 10/2/2013)
  2. οικείοκομπίνα, εξαπάτηση Βικιλεξικό
    • Τελική καταδίκη για μπίζνα με διορισμούς (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 22/2/2013)

Ετυμολογία

μπίζνα < (άμεσο δάνειο) αγγλική business (μπίζνες) που θεωρήθηκε πληθυντικός θηλυκού -ες

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπίζνα—
Γενικήμπίζνας—
Αιτιατικήμπίζνα—
Κλητικήμπίζνα—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →