μπίνγκο
•
- παιχνίδι τύχης που παίζεται αριθμούς που κληρώνονται τυχαία και οι παίκτες πρέπει να τους ταιριάξουν με τα προτυπωμένα δελτία Βικιλεξικό
- διάνα, έκφραση που σημαίνει «το πέτυχες» Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπίνγκο < αγγλική bingo
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →