μπα
•
- εκφράζει έκπληξη, συχνά και με ειρωνική διάθεση Βικιλεξικό
- Μπα; πώς κι από δω;
- εκφράζει άρνηση, χωρίς όμως να υπάρχει απόλυτη σιγουριά Βικιλεξικό
- Μπα, δεν νομίζω να προλάβει το αεροπλάνο.
- εκφράζει έντονη δυσφορία ή αποδοκιμασία Βικιλεξικό
- Μπα που να μη σώσεις!
Ετυμολογία
μπα < (ηχομιμητική λέξη) Παραβάλετε το ιταλικό ba ή το αρχαίο ελληνικό βᾱ (για το βέλασμα των προβάτων).
Άλλοι τύποι
μπα!
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →