Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαΐρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόη πλαγιά (ενός βουνού ή λόφου) Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηχέρσο, ξερό ή άγονο κομμάτι γης, συνήθως αφημένο χωρίς καλλιέργεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπαΐρι < τουρκική bayir

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπαΐριμπαΐρια
Γενικήμπαϊριούμπαϊριών
Αιτιατικήμπαΐριμπαΐρια
Κλητικήμπαΐριμπαΐρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →