μπαΐρι
•
- ιδιωματικόη πλαγιά (ενός βουνού ή λόφου) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηχέρσο, ξερό ή άγονο κομμάτι γης, συνήθως αφημένο χωρίς καλλιέργεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπαΐρι < τουρκική bayir
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαΐρι | μπαΐρια |
| Γενική | μπαϊριού | μπαϊριών |
| Αιτιατική | μπαΐρι | μπαΐρια |
| Κλητική | μπαΐρι | μπαΐρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →