μπαίγνιο
•
- οικείοπου είναι αντικείμενο κοροϊδίας για το χαρακτήρα τους, που ρεζιλεύονται και εμπαίζονται Βικιλεξικό
- –…Μπαίγνιο είσαι στα χέρια της!
Ετυμολογία
μπαίγνιο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπαίγνιον < *ἐμπαίγνιον < αρχαία ελληνική ἐμπαίζω σύμφωνα με το σχηματισμό παίζω > παίγνιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαίγνιο | μπαίγνια |
| Γενική | μπαίγνιου | μπαίγνιων |
| Αιτιατική | μπαίγνιο | μπαίγνια |
| Κλητική | μπαίγνιο | μπαίγνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →