μπαγάσας
•
- οικείοάνθρωπος που πετυχαίνει αυτό που θέλει με πονηρό τρόπο Βικιλεξικό
- Όλο δικαιολογίες και ψευτιές μου έλεγε ο μπαγάσας. Με δούλευε ψιλό γαζί κι εγώ τα έχαφτα.
- υβριστικόάνθρωπος που πετυχαίνει το σκοπό του με ατιμίες Βικιλεξικό
- Αυτοί που γλύτωσαν ήταν οι Λιφιεράκηδες. Τζερεμέδες και παραβατικοί, μαθημένοι να δυσπιστούν. Έβαλαν τσιλιαδόρο στο έμπα του χωριού, που όταν είδε τα σκούρα έτρεξε και τους ειδοποίησε. Και σκορπίστηκαν οι μπαγάσηδες χωρίς να ειδοποιήσουν κανέναν, ούτε τους οργανοπαίκτες, που οι Γερμανοί φεύγοντας τους πήραν μαζί τους ομήρους στη Βιάννο. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μινώταυρος, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)
Ετυμολογία
μπαγάσας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπαγάσα (πόρνη) < ιταλική bagascia (πουτανίτσα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαγάσας | μπαγάσες / μπαγάσηδες |
| Γενική | μπαγάσα | —μπαγάσηδων |
| Αιτιατική | μπαγάσα | μπαγάσες / μπαγάσηδες |
| Κλητική | μπαγάσα | μπαγάσες / μπαγάσηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →