Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαγαπόντης

/ba.ɣaˈpon.dis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο κατεργάρης, ο απατεώνας Βικιλεξικό
    • 20ός/21ος αιώνας ⌘ Αύγουστος Κορτώ, 1979‑ Νεοελληνική Μυθολογία, αρχική δημοσίευση: (2016), εκδόσεις: Πατάκη, ISBN 9789601668079, @google.gr/books

Ετυμολογία

μπαγαπόντης < (άμεσο δάνειο) ιταλική vagabond(o) + -ης με [b] από συμπροφορά με άρθρο στην αιτιατική [ton-v > tomv > tomb > ton-b]

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπαγαπόντηςμπαγαπόντηδες
Γενικήμπαγαπόντημπαγαπόντηδων
Αιτιατικήμπαγαπόντημπαγαπόντηδες
Κλητικήμπαγαπόντημπαγαπόντηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →