μπαγιού
•
- κοντό, ξύλινο έπιπλο εποχής Βικιλεξικό
- είχε αφήσει τα χαρτιά για την έκδοση του ναυτικού φυλλαδίου στο μαρμαράκι του μπαγιού στο αντρέ, τα κοίταξε εκείνος καλά καλά και μάλλον θα ήθελε να τον αγκαλιάσει, ναυτικός ως το κόκαλο ο γέρος, έλα όμως που είχε φοβηθεί το γιο του από μια σταλιά παιδί. (Ιωάννα Καρυστιάνη, Μικρά Αγγλία, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
- Θυμάμαι ένα όμορφο επιπλάκι με τρια συρτάρια και κάτι σκαλίσματα μπροστά. -Λέτε το μπαγιού, είναι μαρκετερί από ξύλο τριανταφυλλιάς. Σας άρεσε; (Αλέξης Πανσέληνος, Η κρυφή πόρτα, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
Ετυμολογία
μπαγιού < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →