μπαγκαζιέρα
•
- ειδικός χώρος (ρυμουλκούμενο όχημα, ειδικά διαμορφωμένη βαλίτσα οροφής κ.λπ.) στον οποίο μπαίνουν και μεταφέρονται μπαγκάζια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπαγκαζιέρα < μπαγκά(ζια) + -ιέρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαγκαζιέρα | μπαγκαζιέρες |
| Γενική | μπαγκαζιέρας | — |
| Αιτιατική | μπαγκαζιέρα | μπαγκαζιέρες |
| Κλητική | μπαγκαζιέρα | μπαγκαζιέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →