μπαγκατέλα
•
- παλιό ή άχρηστο αντικείμενο, σαράβαλο Βικιλεξικό
- μεταφορικάγυναίκα μεγάλης ηλικίας, που τα χρόνια την έχουν κάνει δυσκίνητη Βικιλεξικό
- ανόητες κουβέντες, χαζομάρες Βικιλεξικό
- μουσικήείδος οργανικού κομματικού, σύντομου, με παιχνιδιάρικο χαρακτήρα Βικιλεξικό
- ο Μπετόβεν συνέθεσε αρκετές μπαγκατέλες όπως η γνωστή «για την Ελίζα» (für Elise)
Ετυμολογία
μπαγκατέλα < (άμεσο δάνειο) ιταλική bagattella με απλοποίηση του < tt > και του < ll >
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαγκατέλα | μπαγκατέλες |
| Γενική | μπαγκατέλας | — |
| Αιτιατική | μπαγκατέλα | μπαγκατέλες |
| Κλητική | μπαγκατέλα | μπαγκατέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →