μπακάλαινα
•
- η γυναίκα του μπακάλη Βικιλεξικό
- επάγγελμαη μπακάλισσα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπακάλαινα < μπακάλ(ης) + -αινα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπακάλαινα | μπακάλαινες |
| Γενική | μπακάλαινας | — |
| Αιτιατική | μπακάλαινα | μπακάλαινες |
| Κλητική | μπακάλαινα | μπακάλαινες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →