μπακάπ
•
- διαδικτυακή αργκόεναλλακτικό, είτε εικονικό είτε φυσικό, που αντικαθιστά κάτι άλλο σε περίπτωση που παύσει να λειτουργεί και να εξυπηρετεί τον χρήστη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπακάπ < αγγλική backup
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →