μπακαλοτέφτερο
•
- μειωτικόπρόχειρο σημειωματάριο ή τετράδιο που είναι τσαλακωμένο, βρώμικο ή λιγδιασμένο· (κυριολεκτικά) το τεφτέρι του μπακάλη, όπου καταχωρίζει τα έσοδα και τα έξοδά του, καθώς και τα βερεσέδια () των πελατών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπακαλοτέφτερο < μπακάλ(ης) + -ο- + τεφτέρ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπακαλοτέφτερο | μπακαλοτέφτερα |
| Γενική | μπακαλοτέφτερου | μπακαλοτέφτερων |
| Αιτιατική | μπακαλοτέφτερο | μπακαλοτέφτερα |
| Κλητική | μπακαλοτέφτερο | μπακαλοτέφτερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →