μπακαλόγατος
•
- ο υπάλληλος του μπακάλη Βικιλεξικό
- Γνωριστήκαμε το 1933. Αυτός δεκαεξάρης κι εγώ δεκαπεντάρης. Δούλευε σ' ένα παντοπωλείο, στη Διαγώνιο, τσιράκι. Μπακαλόγατο τον φώναζαν. Συνδεθήκαμε με αδερφική φιλία (Μωυσής Μιχάλης Μπουρλάς, Έλληνας, Εβραίος και αριστερός, εκδ. Νησίδες, 2000, σελ. 202)
Ετυμολογία
μπακαλόγατος < μπακάλης + γάτος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπακαλόγατος | μπακαλόγατοι |
| Γενική | μπακαλόγατου | μπακαλόγατων |
| Αιτιατική | μπακαλόγατο | μπακαλόγατους |
| Κλητική | μπακαλόγατε | μπακαλόγατοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →