μπακαλόπαιδο
•
- νεαρός υπάλληλος ενός μπακάλικου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπακαλόπαιδο < μπακάλ(ης) + -ο- + -παιδο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπακαλόπαιδο | μπακαλόπαιδα |
| Γενική | μπακαλόπαιδου | μπακαλόπαιδων |
| Αιτιατική | μπακαλόπαιδο | μπακαλόπαιδα |
| Κλητική | μπακαλόπαιδο | μπακαλόπαιδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →