Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπακιρένιος

/ba.ciˈɾe.ɲos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. χάλκινος Βικιλεξικό
    • Βγήκανε στον κήπο, κάθησαν στο σκιερό κιόσκι, πάνω στους αφράτους τσιλτέδες. Άναψαν τσιμπούκια. Η δούλα σέρβιρε σε μπακιρένια τάσια χοσάφι παγωμένο μέ χιόνι τοῦ Μπόζ ντάγ. Τό κουτάλιζαν κουβεντιάζοντας. (Τάσος Αθανασιάδης, Τα παιδιά της Νιόβης, μυθιστόρημα, τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.δ. Κολλάρου, 1988)

Ετυμολογία

μπακιρένιος < μπακίρ(ι) + -ένιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπακιρένιοςμπακιρένιαμπακιρένιο
Γενικήμπακιρένιουμπακιρένιαςμπακιρένιου
Αιτιατικήμπακιρένιομπακιρένιαμπακιρένιο
Κλητικήμπακιρένιεμπακιρένιαμπακιρένιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπακιρένιοιμπακιρένιεςμπακιρένια
Γενικήμπακιρένιωνμπακιρένιωνμπακιρένιων
Αιτιατικήμπακιρένιουςμπακιρένιεςμπακιρένια
Κλητικήμπακιρένιοιμπακιρένιεςμπακιρένια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →