μπακότερμα
•
- ανεπίσημο είδος ποδοσφαιρικού αγώνα στον οποίο δεν υπάρχει κανονικός τερματοφύλακας αλλά τα καθήκοντά του αναλαμβάνει περιστασιακά ένας προκαθορισμένος παίκτης όποτε βρίσκεται μέσα στη μεγάλη περιοχή Βικιλεξικό
- ο παίκτης που εκτελεί παράλληλα και χρέη τερματοφύλακα στο προαναφερόμενο παιχνίδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπακότερμα < αγγλική back + τέρμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπακότερμα | μπακοτέρματα |
| Γενική | μπακοτέρματος | μπακοτερμάτων |
| Αιτιατική | μπακότερμα | μπακοτέρματα |
| Κλητική | μπακότερμα | μπακοτέρματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →