μπαλάκι
•
- μικρή μπάλα Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο γκολ Βικιλεξικό
- φάγαμε δύο μπαλάκια χτες.
Ετυμολογία
μπαλάκι < μπάλα + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαλάκι | μπαλάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | μπαλάκι | μπαλάκια |
| Κλητική | μπαλάκι | μπαλάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →