Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαλαντέζα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ηλεκτρικό καλώδιο με φις στις άκρες του, που μεταφέρει ηλεκτρικό ρεύμα σε απόσταση Βικιλεξικό
    • Υποθέτω με κάποια μπαλαντέζα είχε ανεβάσει το ρεύμα για τη μουσική αλλά το πολύμπριζο αρκούσε μόνο για δύο λάμπες - στο μισοσκόταδο η ταράτσα. (Γιώργος Συμπάρδης, Νύχτες με την Κάλλη, εκδ. Μεταίχμιο, 2026)

Ετυμολογία

μπαλαντέζα < γαλλική baladeuse, θηλυκό του baladeur < balade + -eur < balader < ballade < παλαιά οξιτανική ballada < υστερολατινική ballare < ballo < αρχαία ελληνική βαλλίζω (αντιδάνειο) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bal- (=κουνώ, χορεύω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπαλαντέζαμπαλαντέζες
Γενικήμπαλαντέζας—
Αιτιατικήμπαλαντέζαμπαλαντέζες
Κλητικήμπαλαντέζαμπαλαντέζες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →