μπαλκόνι
•
- αρχιτεκτονικήμικρή περιφραγμένη προεξοχή σε κτίριο, συνήθως στο ίδιο επίπεδο με το πάτωμα του ορόφου στον οποίο βρίσκεται Βικιλεξικό
- Πρόκειται για τετράφατσο, διαμπερές, ευήλιο και ευάερο διαμέρισμα με περιμετρικά μπαλκόνια και μοναδική αίσθηση άνεσης σε όλους τους χώρους (διαφήμιση πώλησης ακινήτου, ανακτήθηκε 5/2/2026)
- εξώστης (για θέατρα, δημόσια κτίρια), βεράντα, χαγιάτι, σαχνισί
- ειδικότερατο μπαλκόνι που χρησιμοποιείται για προεκλογικούς λόγους Βικιλεξικό
- Οταν όμως κατέβαινε από το μπαλκόνι ο Πρωθυπουργός […] ( Η γοητεία του μπαλκονιού, Εφημεδία Το Βήμα 2008.11.24 @tovima.gr)
- μεταφορικάτοποθεσία σε ορεινό μέρος με άπλετη θέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπαλκόνι < (άμεσο δάνειο) ιταλική balcon(e) + -ι < λομβαρδική *balko (δοκός) < ... < απώτατης αρχής από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰelǵ-. Συγγενή: αγγλική balk, γερμανική Balken (δοκός), αρχαία ελληνική φάλαγξ.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαλκόνι | μπαλκόνια |
| Γενική | μπαλκονιού | μπαλκονιών |
| Αιτιατική | μπαλκόνι | μπαλκόνια |
| Κλητική | μπαλκόνι | μπαλκόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →