Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαλτάς

/balˈtas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. είδος τσεκουριού (ή μαχαιριού κατά άλλους) που χρησιμοποιείται κυρίως στον τεμαχισμό κρεάτων Βικιλεξικό
  2. δημοτικήτο τσεκούρι Βικιλεξικό
    • […] ο ξυλοκόπος ήταν Κούρδος. Γι' αυτό και η Λωξάντρα φώναξε τους «Κιούρτηδες» να κόψουν τα ξύλα της […] και έφτασαν οι Κούρδοι […] με αστραφτερούς μπαλτάδες ακονισμένους καλά, να κόψουνε τα ξύλα

Ετυμολογία

μπαλτάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική balta + -ς < παλαιά τουρκική baltu < πρωτοτουρκική *baltu (τσεκούρι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπαλτάςμπαλτάδες
Γενικήμπαλτάμπαλτάδων
Αιτιατικήμπαλτάμπαλτάδες
Κλητικήμπαλτάμπαλτάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →