μπαλτάς
•
- είδος τσεκουριού (ή μαχαιριού κατά άλλους) που χρησιμοποιείται κυρίως στον τεμαχισμό κρεάτων Βικιλεξικό
- δημοτικήτο τσεκούρι Βικιλεξικό
- […] ο ξυλοκόπος ήταν Κούρδος. Γι' αυτό και η Λωξάντρα φώναξε τους «Κιούρτηδες» να κόψουν τα ξύλα της […] και έφτασαν οι Κούρδοι […] με αστραφτερούς μπαλτάδες ακονισμένους καλά, να κόψουνε τα ξύλα
Ετυμολογία
μπαλτάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική balta + -ς < παλαιά τουρκική baltu < πρωτοτουρκική *baltu (τσεκούρι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαλτάς | μπαλτάδες |
| Γενική | μπαλτά | μπαλτάδων |
| Αιτιατική | μπαλτά | μπαλτάδες |
| Κλητική | μπαλτά | μπαλτάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →