Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαμ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο παραπάνω ήχος Βικιλεξικό
    • ακούστηκε ένα μπαμ πολύ δυνατό
    • έπαιξε εκείνο το ρόλο κι έκανε το μεγάλο μπαμ στην καριέρα της

Ετυμολογία

μπαμ, (ηχομιμητική λέξη)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μπαμ

επιφώνημα
•
  1. μίμηση ήχου κρούσης ή έκρηξης Βικιλεξικό
    • Αλέξανδρος Κατακουζηνός (1864-1892), Ὁ λαγός [παιδικό ποίημα] Νύκτα ὁ λαγὸς ἐβγῆκε, / Λαχανόκηπον εὐρῆκε, / Μπαίνει μέσα καὶ ἀρχίζει, / Τὴν κοιλιά του νὰ γεμίζῃ. Δυστυχία του! παρέκει / Κυνηγὸς μὲ τὸ τουφέκι / Τὸν πτωχὸν παραμονεύει, / πλησιάζει καὶ σκοπεύει. Μπάμ! ἠκούσθη στὸν ἀέρα· / Πλὴν τὰ βόλια πῆγαν πέρα, / Καὶ τὸ ζῷο τὸ καϋμένο, / Ἐτινάχθη τρομαγμένο. Φεύγει ὁ λαγὸς ἀκόμα / Μὲ τὸ λάχανο στὸ στόμα, / Κ’ ἐδιδάχθη νὰ προσέχῃ, / Ποῦ ἐμβαίνει καὶ ποῦ τρέχει!

Ετυμολογία

μπαμ, (ηχομιμητική λέξη)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →