μπαμπουλώνω
•
- τυλίγω γύρω από το κεφάλι μαντίλα ή κασκόλ και το καλύπτω Βικιλεξικό
- καλύπτω, κουκουλώνω κάποιον με ζεστά ρούχα (χρησιμοποιείται κυρίως για να δηλώσει υπερβολή) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπαμπουλώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπαμπουλώνω | μπαμπουλώνεις | μπαμπουλώνει | μπαμπουλώνουμε | μπαμπουλώνετε | μπαμπουλώνουν / μπαμπουλώνουνε |
| Παρατατικός | μπαμπούλωνα | μπαμπούλωνες | μπαμπούλωνε | μπαμπουλώναμε | μπαμπουλώνατε | μπαμπουλώναν / μπαμπουλώνανε / μπαμπούλωναν |
| Αόριστος | μπαμπούλωσα | μπαμπούλωσες | μπαμπούλωσε | μπαμπουλώσαμε | μπαμπουλώσατε | μπαμπουλώσαν / μπαμπουλώσανε / μπαμπούλωσαν |
| Μέλλοντας | θα μπαμπουλώνω / θα μπαμπουλώσω | θα μπαμπουλώνεις / θα μπαμπουλώσεις | θα μπαμπουλώνει / θα μπαμπουλώσει | θα μπαμπουλώνουμε / θα μπαμπουλώσουμε | θα μπαμπουλώνετε / θα μπαμπουλώσετε | θα μπαμπουλώνουν / θα μπαμπουλώνουνε / θα μπαμπουλώσουν / θα μπαμπουλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπαμπουλώσει | έχεις μπαμπουλώσει | έχει μπαμπουλώσει | έχουμε μπαμπουλώσει | έχετε μπαμπουλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπαμπουλώσει | είχες μπαμπουλώσει | είχε μπαμπουλώσει | είχαμε μπαμπουλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπαμπουλώσει / να μπαμπουλώνω / να μπαμπουλώσω | να έχεις μπαμπουλώσει / να μπαμπουλώνεις / να μπαμπουλώσεις | να έχει μπαμπουλώσει / να μπαμπουλώνει / να μπαμπουλώσει | να έχουμε μπαμπουλώσει / να μπαμπουλώνουμε / να μπαμπουλώσουμε | να έχετε μπαμπουλώσει / να μπαμπουλώνετε / να μπαμπουλώσετε | να μπαμπουλώνουν / να μπαμπουλώνουνε / να μπαμπουλώσουν / να μπαμπουλώσουνε |
| Προστακτική | — | μπαμπούλωνε / μπαμπούλωσε | — | — | μπαμπουλώνετε / μπαμπουλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →