Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαμπούλης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. χαϊδευτικό για τη λέξη μπαμπάς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπαμπούλης < μπαμπ(άς) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπαμπούληςμπαμπούληδες
Γενικήμπαμπούλημπαμπούληδων
Αιτιατικήμπαμπούλημπαμπούληδες
Κλητικήμπαμπούλημπαμπούληδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →