μπανάκι
•
- οικείοτο λουτρό Βικιλεξικό
- ψυχούλα μου, ήρθε η ώρα να πάμε να κάνουμε ένα μπανάκι!
- οικείοη κολύμβηση Βικιλεξικό
- κάνει πολλή ζέστη, λέω να πάω για κανα μπανάκι
Ετυμολογία
μπανάκι < υποκοριστικό του μπάνιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπανάκι | μπανάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | μπανάκι | μπανάκια |
| Κλητική | μπανάκι | μπανάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →