μπανανόψωμο
•
- γαστρονομίαψωμί ή κέικ από πολτοποιημένες μπανάνες Βικιλεξικό
- Οι δυο τους κάθονταν στη βεράντα της Άνα... κι έτρωγαν μπανανόψωμο που είχε φτιάξει η κοπέλα της Άνα. (Γιαναγκιχάρα, Χάνια. (2016) Λίγη ζωή. Μετάφραση: Μαρία Ξυλούρη.)
Ετυμολογία
μπανανόψωμο (νεολογισμός) < μπανάν(α) + -ό- + -ψωμο • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπανανόψωμο | μπανανόψωμα |
| Γενική | μπανανόψωμου | μπανανόψωμων |
| Αιτιατική | μπανανόψωμο | μπανανόψωμα |
| Κλητική | μπανανόψωμο | μπανανόψωμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →