μπανγκαλόου
•
- αρχιτεκτονικήμονώροφο σπίτι, συνήθως με όλα τα δωμάτια σε ένα επίπεδο (ή και με κάποια δωμάτια στον χώρο της οροφής) Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήμονώροφο (ή και ενίοτε διώροφο) σπιτάκι με βεράντα (ή βεράντες), που μαζί με άλλα όμοια και γειτονικά αποτελεί τουριστική ξενοδοχειακή μονάδα ή τμήμα της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπανγκαλόου < αγγλική bungalow < χίντι बंगला (baṅglā, Βεγγάλη) < बंगाल (baṅgāl) + -आ < σανσκριτική वङ्ग (vaṅga)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →