μπαξές
•
- ο κήπος, το περιβόλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπαξές < μπαχτσές με απλοποίηση άρθρωσης του ⟨χτσ⟩ με αποβολή του [t] και τροπή [xs] > [ks]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαξές | μπαξέδες |
| Γενική | μπαξέ | μπαξέδων |
| Αιτιατική | μπαξέ | μπαξέδες |
| Κλητική | μπαξέ | μπαξέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →