μπαριέρα
•
- σταθερή μεταλλική ή πλαστική κατασκευή που τοποθετείται κατά μήκος ή εγκάρσια σε δρόμο, για να αποτρέπει την είσοδο, την έξοδο ή την πρόσκρουση οχημάτων Βικιλεξικό
- κινητή προστατευτική μπάρα που κατεβαίνει ή ανεβαίνει, για να εμποδίζει ή να επιτρέπει τη διέλευση οχημάτων, όταν περνά τρένο Βικιλεξικό
- διαχωριστική κατασκευή που οριοθετεί τον χώρο κοινού και οχημάτων ή συμμετεχόντων, κυρίως για λόγους ασφάλειας Βικιλεξικό
- εμπόδιο προσομοίωσης πρόσκρουσης, χρησιμοποιούμενο σε εργαστήρια ή «κρας τεστ». Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπαριέρα < γαλλική barrière < παλαιά γαλλική barriere < barre < δημώδης λατινική *barra < φραγκική *bara < πρωτογερμανική *barō
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαριέρα | μπαριέρες |
| Γενική | μπαριέρας | μπαριέρων |
| Αιτιατική | μπαριέρα | μπαριέρες |
| Κλητική | μπαριέρα | μπαριέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →