Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαριέρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σταθερή μεταλλική ή πλαστική κατασκευή που τοποθετείται κατά μήκος ή εγκάρσια σε δρόμο, για να αποτρέπει την είσοδο, την έξοδο ή την πρόσκρουση οχημάτων Βικιλεξικό
  2. κινητή προστατευτική μπάρα που κατεβαίνει ή ανεβαίνει, για να εμποδίζει ή να επιτρέπει τη διέλευση οχημάτων, όταν περνά τρένο Βικιλεξικό
  3. διαχωριστική κατασκευή που οριοθετεί τον χώρο κοινού και οχημάτων ή συμμετεχόντων, κυρίως για λόγους ασφάλειας Βικιλεξικό
  4. εμπόδιο προσομοίωσης πρόσκρουσης, χρησιμοποιούμενο σε εργαστήρια ή «κρας τεστ». Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπαριέρα < γαλλική barrière < παλαιά γαλλική barriere < barre < δημώδης λατινική *barra < φραγκική *bara < πρωτογερμανική *barō

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπαριέραμπαριέρες
Γενικήμπαριέραςμπαριέρων
Αιτιατικήμπαριέραμπαριέρες
Κλητικήμπαριέραμπαριέρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →