Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαρμπακάνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. στρατιωτικός όρος: προτείχισμα, προμαχώνας Βικιλεξικό
  2. τρύπα σε τοίχο (όπως τοίχο αντιστήριξης) για την απορροή των νερών Βικιλεξικό
    • Μπαρμπακάνα ονομάζουμε την τρύπα η οποία υπάρχει στον τοίχο αντιστήριξης και έχει σα σκοπό την απορροή των υδάτων , που υπάρχουν πίσω απ' αυτόν (ΜΠΑΡΜΠΑΚΑΝΑ, simigis.blogspot.com)

Ετυμολογία

μπαρμπακάνα < γαλλικό barbacana

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπαρμπακάναμπαρμπακάνες
Γενικήμπαρμπακάνας—
Αιτιατικήμπαρμπακάναμπαρμπακάνες
Κλητικήμπαρμπακάναμπαρμπακάνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →