μπαρμπουτιέρα
•
- το τραπέζι στο οποίο παίζεται μπαρμπούτι Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάο χώρος στον οποίο παίζεται μπαρμπούτι Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάη νόμιμη ή παράνομη επιχείρηση στην οποία παίζεται μπαρμπούτι ή άλλα τυχερά παιχνίδια με ζάρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπαρμπουτιέρα < μπαρμπούτι + -ιέρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαρμπουτιέρα | μπαρμπουτιέρες |
| Γενική | μπαρμπουτιέρας | — |
| Αιτιατική | μπαρμπουτιέρα | μπαρμπουτιέρες |
| Κλητική | μπαρμπουτιέρα | μπαρμπουτιέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →