Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαρουτοκαπνισμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει επάνω του την κάπνα από το μπαρούτι του πολέμου Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηέμπειρος πολεμιστής Βικιλεξικό
    • Όταν τον πρωτοείδε, με την καινούρια του φορεσιά ολοκάθαρη σαν του Μήτσου, του φάνηκε σα φιγουρίνι. Ήταν και οι δυο τόσο παράταιροι, σαν ξένα στοιχεία, μέσα στους μπαρουτοκαπνισμένους άντρες του Αγώνα. Μα λίγο βάσταξε αυτή η εντύπωση.
  3. μεταφορικάμάχιμος και έμπειρος επαγγελματίας σε κάποιο τομέα με αρκετή πίεση Βικιλεξικό
    • «Ξεχνάς μια βασική λεπτομέρεια: οι πολιτικοί δεν διορίζονται, εκλέγονται!». Με αυτήν την φράση-ατάκα, είχε απαντήσει κάποτε σε ερώτηση της στήλης, παλιός, μπαρουτοκαπνισμένος πολιτικός.

Ετυμολογία

μπαρουτοκαπνισμένος < μπαρούτι + -ο- + καπνισμένος

Άλλοι τύποι

μπαρουτοκαπνισμέναμπαρουτοκαπνισμένεμπαρουτοκαπνισμένεςμπαρουτοκαπνισμένημπαρουτοκαπνισμένηςμπαρουτοκαπνισμένομπαρουτοκαπνισμένοιμπαρουτοκαπνισμένοςμπαρουτοκαπνισμένουμπαρουτοκαπνισμένουςμπαρουτοκαπνισμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →