μπασίνα
•
- κουζινικάμαγειρικό σκεύος με ημισφαιρικό σχήμα στο οποίο χτυπάμε με ένα μίξερ διάφορα υλικά (π.χ. αβγά) ή τα ζυμώνουμε με το χέρι Βικιλεξικό
- Σε μια μπασίνα βάζουμε όλα τα υλικά για τα μπιφτέκια και τα ζυμώνουμε καλά. (*)
Ετυμολογία
μπασίνα < (άμεσο δάνειο) γαλλική bassin < παλαιά γαλλική bacin < δημώδης λατινική baccinus / baccinum < baccus < γαλατική *bacca
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπασίνα | μπασίνες |
| Γενική | μπασίνας | μπασινών |
| Αιτιατική | μπασίνα | μπασίνες |
| Κλητική | μπασίνα | μπασίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →