μπασίστας
•
- μουσικήαυτός που παίζει κοντραμπάσο ή ηλεκτρικό μπάσο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπασίστας < : για το κοντραμπάσο < κοντραμπασίστας με περικοπή του πρώτου συνθετικού : για το ηλεκτρικό όργανο < μπάσ(ο) + -ίστας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπασίστας | μπασίστες |
| Γενική | μπασίστα | μπασιστών |
| Αιτιατική | μπασίστα | μπασίστες |
| Κλητική | μπασίστα | μπασίστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →