μπασκετικός
•
- αθλητισμόςο σχετικός ή αναφερόμενος στο άθλημα μπάσκετ Βικιλεξικό
- μπασκετικός όρος
- μπασκετική ορολογία
Ετυμολογία
μπασκετικός < μπάσκετ + -ικός < αγγλική basket
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπασκετικός | μπασκετική | μπασκετικό |
| Γενική | μπασκετικού | μπασκετικής | μπασκετικού |
| Αιτιατική | μπασκετικό | μπασκετική | μπασκετικό |
| Κλητική | μπασκετικέ | μπασκετική | μπασκετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπασκετικοί | μπασκετικές | μπασκετικά |
| Γενική | μπασκετικών | μπασκετικών | μπασκετικών |
| Αιτιατική | μπασκετικούς | μπασκετικές | μπασκετικά |
| Κλητική | μπασκετικοί | μπασκετικές | μπασκετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →