μπασκετμπολίστας
•
- αθλητισμόςκοινή ονομασία για τον αθλητή της καλαθοσφαίρισης (μπάσκετ) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπασκετμπολίστας < μπάσκετμπολ (basketball) + -ίστας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπασκετμπολίστας | μπασκετμπολίστες |
| Γενική | μπασκετμπολίστα | μπασκετμπολιστών |
| Αιτιατική | μπασκετμπολίστα | μπασκετμπολίστες |
| Κλητική | μπασκετμπολίστα | μπασκετμπολίστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →