μπασμάς
•
- συσκευασία πεπιεσμένων φύλλων καπνού Βικιλεξικό
- τύπος βαμβακερού υφάσματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπασμάς < τουρκική basma < οθωμανική τουρκική باصمه (basma, στάμπα) < باصمق (basmak) < πρωτοτουρκική *bas (πιέζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπασμάς | μπασμάδες |
| Γενική | μπασμά | μπασμάδων |
| Αιτιατική | μπασμά | μπασμάδες |
| Κλητική | μπασμά | μπασμάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →