μπασταρδάκι
•
- οικείοτο νόθο παιδί Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο πανέξυπνο παιδί κατά τη μεταφορική σημασία του μπάσταρδος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπασταρδάκι < μπάσταρδ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπασταρδάκι | μπασταρδάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | μπασταρδάκι | μπασταρδάκια |
| Κλητική | μπασταρδάκι | μπασταρδάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →