Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπασταρδάκος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. περιφρονητικό ή οικείομικρός μπάσταρδος, πονηρούλης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπασταρδάκος < μπάσταρδ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπασταρδάκοςμπασταρδάκοι
Γενικήμπασταρδάκουμπασταρδάκων
Αιτιατικήμπασταρδάκομπασταρδάκους
Κλητικήμπασταρδάκομπασταρδάκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →