μπατίκ
•
- τεχνική με την οποία αποτυπώνονται με τη χρήση κεριού σχέδια σε ύφασμα Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο ύφασμα που έχει τέτοια σχέδια αποτυπωμένα πάνω του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπατίκ < γαλλική batik < ολλανδική batik < ιαβαϊκή ꦧꦛꦶꦏ꧀ (bathik)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →