μπατίρης
•
- αδέκαρος, πολύ φτωχός, οικονομικά κατεστραμμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπατίρης < μπατίρω ή μπατιρίζω < τουρκική batırmak (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπατίρης | μπατίρηδες |
| Γενική | μπατίρη | μπατίρηδων |
| Αιτιατική | μπατίρη | μπατίρηδες |
| Κλητική | μπατίρη | μπατίρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →