μπατανία
•
- είδος υφαντής κουβέρτας Βικιλεξικό
- Τσακίσου από εδώ μέσα, βρομοκαλόγερε, γιατί αλλιώς θα στην ανάψω. Και τράβηξε από την μπατανία που σκέπαζε τα πόδια του μια διμούτσουνη. (Η μεσοπολεμική πεζογραφία: από τον πρώτο έως τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1939), εκδ. Σοκόλη, 1996, σελ. 408)
Ετυμολογία
μπατανία < (άμεσο δάνειο) τουρκική battaniye < αραβική بطانية (baṭṭāniyya)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπατανία | μπατανίες |
| Γενική | μπατανίας | μπατανιών |
| Αιτιατική | μπατανία | μπατανίες |
| Κλητική | μπατανία | μπατανίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →