Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαταριά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ταυτόχρονοι ή και συνεχόμενοι πυροβολισμοί, ομοβροντία Βικιλεξικό
    • τους ξέκανε με μια μπαταριά

Ετυμολογία

μπαταριά < (άμεσο δάνειο) τουρκική batarya < ιταλική batteria (συστοιχία κανονιών) < λατινική battuo (χτυπώ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπαταριάμπαταριές
Γενικήμπαταριάςμπαταριών
Αιτιατικήμπαταριάμπαταριές
Κλητικήμπαταριάμπαταριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μπαταρία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ηλεκτρολογίαμέσο αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας που τροφοδοτεί με ηλεκτρισμό μηχανές ή συσκευές, ο ηλεκτρικός συσσωρευτής Βικιλεξικό
    • Οι αντλησιοταμιευτικοί σταθμοί λειτουργούν σαν φυσικές μπαταρίες για μαζική αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας. Γι’ αυτό και μία τέτοια μονάδα αποτελείται από τουλάχιστον δύο ταμιευτήρες με υψομετρική απόσταση. (Αντλησιοταμίευση: Τι είναι και πως θα αλλάξει το ενεργειακό μας τοπίο, Το Βήμα, 16/08/2022 https://www.tovima.gr/print/finance/ora-miden-gia-tin-apothikeysi-energeias/)
    • φορτίζω τη μπαταρία του κινητού μου επειδή άδειασε
    • το αυτοκίνητό μου έμεινε από μπαταρία
  2. αναμεικτική βρύση, υδατομίκτης-υδατομείκτης, μίκτης-μείκτης νερού, διπολική βρύση, βρύση ζεστού / κρύου νερού-ύδατος (μίας ή δύο οπών [αναφέρουμε τον αριθμό των εμφανών οπών εισόδου]) Βικιλεξικό
    • είτε σπανίως σύστημα ξεχωριστών βρύσεων, είτε ενιαίο σύστημα δύο περιστροφικών χερουλιών, είτε με ένα μοχλικό χερούλι που συνδυάζει ποσοστά των δύο πόλων

Ετυμολογία

μπαταρία < ιταλική batteria < γαλλική batterie (συστοιχία κανονιών) < λατινική battuere < battuo (χτυπώ)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπαταρίαμπαταρίες
Γενικήμπαταρίαςμπαταριών
Αιτιατικήμπαταρίαμπαταρίες
Κλητικήμπαταρίαμπαταρίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →