μπαταχτσής
•
- αυτός που δεν πληρώνει το χρέος του, αναξιόχρεος, κακοπληρωτής, χρεοκόπος. Βικιλεξικό
- Με όλα αυτά η φορολογική διοίκηση μοιραία έγινε άθυρμα στην κομματική αντιπαράθεση και φθάσαμε πλέον στο σημείο να καταγγέλλεται, όχι η φοροδιαφυγή, αλλά η όποια προσπάθεια συλλογής φόρων, τους οποίους μάλιστα είχαν ήδη πληρώσει οι καταναλωτές. Το γεγονός ότι έτσι οι φόροι που συντόμως θα κληθούν να πληρώσουν οι μισθωτοί θα αυξηθούν ακόμη περισσότερο, προφανώς δεν έχει σημασία μπροστά στις ψήφους που μπορεί να έλθουν από τους «μπαταχτσήδες». (Εφημερίδα Το Βήμα, 26/8/2012)
Ετυμολογία
μπαταχτσής μπαταξής και μπατακσής< από το το τουρκικό batakçi= χρεοκόπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαταχτσής | μπαταχτσήδες |
| Γενική | μπαταχτσή | μπαταχτσήδων |
| Αιτιατική | μπαταχτσή | μπαταχτσήδες |
| Κλητική | μπαταχτσή | μπαταχτσήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →