μπατζάκι
•
- κάθε ένα από τα σκέλη ενός παντελονιού Βικιλεξικό
- γλιστρούσανε χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι μέχρι το σημείο όπου το μπατζάκι της απόληγε αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια, και χάιδευε το ακάλυπτο σημείο του ποδιού της ή κατέβαζε ανεπαισθήτως λίγο το μπατζάκι της. (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
- Τό μακρύ μπατζάκι ἦταν μέ κλος καί φιόγκους, ἀλλά αὐτό δέ μοῦ φάνηκε καθόλου περίεργο , διότι τέτοιους χίπηδες ἔχουμε ἀρκετούς (Αθανάσιος Μπαλέρμπας, Το ημερολόγιο ενός βαρυποινίτη, 1980, σελ. 251)
- παρωχημένοπόδι (από την παλαιά τουρκική λέξη) Βικιλεξικό
- «Κάθε αρνί από το μπατζάκι ντου κρέμεται . – Ὅτι ἕκαστος εὐθύνεται διὰ τὰς πράξεις του» (Θρακικά, 1929, τριμηνιαίον επιστημονικόν σύγγραμμα ιδρυθέν και εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις «Θρακικού Κέντρου»", Τόμος 2, 1929, σελ. 165)
Ετυμολογία
μπατζάκι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική باجاق (bacaḳ) (πόδι) < πρωτοτουρκική ενώ η κοινώς χρησιμοποιούμενη λέξη στα τουρκικά για το μπατζάκι είναι paça
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπατζάκι | μπατζάκια |
| Γενική | μπατζακιού | μπατζακιών |
| Αιτιατική | μπατζάκι | μπατζάκια |
| Κλητική | μπατζάκι | μπατζάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →