μπατζής
•
- ιδιωματικόο αδελφός Βικιλεξικό
- στρατιωτική αργκόσμηνίτης που ανήκει σε Μοίρα Προστασίας Αεροδρομίων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπατζής < # (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική باجی (bacı, αδελφή, σύζυγος) (τουρκικά bacı) + -ς < πρωτοτουρκική *bāča # Μοίρα Προστασίας Αεροδρομίων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπατζής | μπατζήδες |
| Γενική | μπατζή | μπατζήδων |
| Αιτιατική | μπατζή | μπατζήδες |
| Κλητική | μπατζή | μπατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →