Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχιτεκτονικήπου αφορά τρόπο χτισίματος κατά τον οποίο τα τούβλα τοποθετούνται με τη κοντή τους πλευρά κατά μήκος του τοίχου, δημιουργώντας έναν τοίχο με μεγάλο πάχος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπατικός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἐμβατικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπατικόςμπατικήμπατικό
Γενικήμπατικούμπατικήςμπατικού
Αιτιατικήμπατικόμπατικήμπατικό
Κλητικήμπατικέμπατικήμπατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπατικοίμπατικέςμπατικά
Γενικήμπατικώνμπατικώνμπατικών
Αιτιατικήμπατικούςμπατικέςμπατικά
Κλητικήμπατικοίμπατικέςμπατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →