μπατικός
•
- αρχιτεκτονικήπου αφορά τρόπο χτισίματος κατά τον οποίο τα τούβλα τοποθετούνται με τη κοντή τους πλευρά κατά μήκος του τοίχου, δημιουργώντας έναν τοίχο με μεγάλο πάχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπατικός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἐμβατικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπατικός | μπατική | μπατικό |
| Γενική | μπατικού | μπατικής | μπατικού |
| Αιτιατική | μπατικό | μπατική | μπατικό |
| Κλητική | μπατικέ | μπατική | μπατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπατικοί | μπατικές | μπατικά |
| Γενική | μπατικών | μπατικών | μπατικών |
| Αιτιατική | μπατικούς | μπατικές | μπατικά |
| Κλητική | μπατικοί | μπατικές | μπατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →