μπαφιάζω
•
- αμετάβατονιώθω δυσφορία από παρατεταμένη αδράνεια ή εργασία, συνήθως διανοητική, ή άλλη κατάσταση που με κούρασε ψυχολογικά, με έκανε να βαρεθώ ή να δυσανασχετήσω Βικιλεξικό
- μεταβατικόπροκαλώ σε κάποιον το αίσθημα που προαναφέρθηκε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπαφιάζω < ιταλική bafa ή ονοματοποιία από τον ήχο μπαφ
Άλλοι τύποι
μπάφιαζαμπάφιασαμπαφιάζομαιμπαφιάσωμπαφιασμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →