μπαχαλάκιας
•
- αργκόαυτός που του αρέσει να δημιουργεί μπάχαλο, αναταραχή και να επιφέρει σύγχυση Βικιλεξικό
- ειδικότεραμασκοφόρος διαδηλωτής που παρανομεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπαχαλάκιας < μπάχαλ(ο) + -άκιας, νεολογισμός του τέλους του 20ου αιώνα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαχαλάκιας | μπαχαλάκηδες |
| Γενική | μπαχαλάκια | μπαχαλάκηδων |
| Αιτιατική | μπαχαλάκια | μπαχαλάκηδες |
| Κλητική | μπαχαλάκια | μπαχαλάκηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →