Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαχαλάκιας

/ba.xaˈla.cas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αργκόαυτός που του αρέσει να δημιουργεί μπάχαλο, αναταραχή και να επιφέρει σύγχυση Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραμασκοφόρος διαδηλωτής που παρανομεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπαχαλάκιας < μπάχαλ(ο) + -άκιας, νεολογισμός του τέλους του 20ου αιώνα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπαχαλάκιαςμπαχαλάκηδες
Γενικήμπαχαλάκιαμπαχαλάκηδων
Αιτιατικήμπαχαλάκιαμπαχαλάκηδες
Κλητικήμπαχαλάκιαμπαχαλάκηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →